Η Ελλάδα διανύει μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών αντιφάσεων. Η δεκαετής οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η πανδημία του COVID-19 που ακολούθησε, οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις, οι ενεργειακές κρίσεις και οι νέες προκλήσεις της πράσινης μετάβασης και της ψηφιακής εποχής έχουν συσσωρεύσει πιέσεις σε ένα πολιτικό σύστημα που ήδη έδειχνε σημάδια κόπωσης.
του Νίκου Παρίκου
Το 2025 βρίσκει την Ελλάδα με μια κυβέρνηση που συνεχίζει να ισορροπεί ανάμεσα σε υποσχέσεις ανάπτυξης, διαχείρισης κρίσεων και κοινωνικής συνοχής, ενώ η κοινωνία παρουσιάζει σημάδια κόπωσης, απογοήτευσης αλλά και υπόγειας δυναμικής.
Η σημερινή κυβέρνηση: ισχυρή αλλά αμφισβητούμενη
Η κυβέρνηση, προϊόν των τελευταίων εκλογών, έχει προκύψει από μια αναμέτρηση όπου το κυβερνών κόμμα –για πολλούς παραδοσιακός εκφραστής του μετριοπαθούς κέντρου– εξασφάλισε αυτοδυναμία, κυρίως χάρη στην πόλωση απέναντι σε μια αντιπολίτευση που δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Παρά την αριθμητική ισχύ, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις καθοριστικές προκλήσεις:
- Τη διαχείριση της ακρίβειας και της οικονομικής δυσπραγίας,
- Την απαίτηση για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία,
- Την πίεση για θεσμική θωράκιση και εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης.
Η κοινωνία δείχνει ότι, αν και δεν έχει μαζικά στραφεί προς την αντιπολίτευση, κρατά σαφείς αποστάσεις από το κυβερνητικό αφήγημα περί «σταθερότητας και ανάπτυξης». Οι υποθέσεις διαφθοράς, οι φερόμενες αδιαφανείς αναθέσεις, η αίσθηση «απουσίας κράτους» σε φυσικές καταστροφές και οι καθυστερήσεις σε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις υπονομεύουν τη φθορά που αναπόφευκτα πλήττει κάθε κυβερνητική θητεία.
Οι ευθύνες των κομμάτων: εγκλωβισμένα σε παλιές συνταγές
Η σημερινή κυβέρνηση, της Νέας Δημοκρατίας, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε εσωτερικές αντιθέσεις και εξωτερικές πιέσεις. Η αντιπολίτευση εμφανίζεται πολυκερματισμένη, αν και με τάσεις σταθεροποίησης και νέες συμμαχίες. Οι πολίτες δείχνουν τάσεις μαζικής αποχής και απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού, γεγονός που τροφοδοτεί σενάρια ρευστότητας και απρόβλεπτων εξελίξεων.
Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις (Μάιος-Ιούνιος 2025):
- Νέα Δημοκρατία: 27-30%
- ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ: 12-13%
- Πλεύση Ελευθερίας: 08 -13%
- Ελληνική Λύση: 8-9%
- ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: 06-08%
- ΚΚΕ: 6-7%
- Νέα αριστερά/νέα σχήματα: 2-3%
- Λοιπά μικρότερα κόμματα & ανεξάρτητοι: 4-5%
- Αναποφάσιστοι/Αποχή: 18-20%
Η αποχή στις τελευταίες ευρωεκλογές του 2024 έφτασε το 46%, ενώ στις εθνικές εκλογές διατηρήθηκε στο 38%, αποτυπώνοντας το κλίμα αδιαφορίας ή διαμαρτυρίας. Τα ποσοστά αυτά είναι τα υψηλότερα των τελευταίων 15 ετών.
Η κυβερνητική παράταξη: η φθορά της διαχείρισης
Η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, που βρίσκεται στην εξουσία φέρει την κύρια ευθύνη για την πορεία της χώρας. Η μακρά παραμονή της στην κυβέρνηση την έχει φέρει αντιμέτωπη με το γνωστό «σύνδρομο εξουσίας»: τάσεις συγκεντρωτισμού, υποτίμηση της κοινωνικής βάσης, υπερεξάρτηση από επικοινωνιακές στρατηγικές και πελατειακές πρακτικές. Παρά τις προσπάθειες κάποιων μεταρρυθμιστικών πυρήνων στο εσωτερικό της, η εικόνα μιας «παλαιάς κοπής» διακυβέρνησης που δεν μπορεί να σπάσει τους δεσμούς με το παρελθόν είναι έντονη.
Η απουσία σαφούς οράματος για την επόμενη μέρα, πέρα από διακηρύξεις περί «ψηφιακού κράτους», «πράσινης ανάπτυξης» και «αποκρατικοποιήσεων», αφήνει κενά που τροφοδοτούν την κριτική για αδράνεια σε καίρια ζητήματα: Δημόσια Υγεία, Παιδεία, Δικαιοσύνη, Περιβάλλον. Το σκάνδαλο των υποκλοπών που σημάδεψε την προηγούμενη περίοδο και του ΟΠΕΚΕΠΕ σήμερα συνεχίζουν να ρίχνουν βαριά σκιά στην εικόνα της διακυβέρνησης.
Η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να παραμένει ο κυρίαρχος πόλος της κεντροδεξιάς. Η ηγεσία της προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη φιλελεύθερη πτέρυγα, που ζητά μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό, και το πιο συντηρητικό, πατριωτικό ακροατήριο που απαιτεί εθνική ρητορική και έλεγχο στα ελληνοτουρκικά. Την ταλανίζουν όμως πολιτικά τα:
- Η φθορά από σκάνδαλα διαχείρισης δημόσιου χρήματος, απευθείας αναθέσεων και προβληματικών έργων.
- Η αδυναμία αντιμετώπισης της ακρίβειας και του ενεργειακού κόστους.
- Η υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε λίγα πρόσωπα που ενισχύει το αίσθημα αδιαφάνειας.
- Η αποτυχία να απορροφήσει πλήρως τα ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η αξιωματική αντιπολίτευση: αναζητώντας πυξίδα
Η αξιωματική αντιπολίτευση παραμένει εγκλωβισμένη στην εσωστρέφεια και τις παλινωδίες που την ταλαιπωρούν εδώ και χρόνια. Η αδυναμία της να πείσει για την κυβερνητική της ετοιμότητα είναι εμφανής. Οι εσωκομματικές έριδες, οι διαφορετικές φράξιες, οι ασάφειες στο πρόγραμμα και η αδύναμη ηγετική εικόνα καθιστούν δύσκολη την οικοδόμηση πειστικής πρότασης εξουσίας. Αν και επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τα λάθη της κυβέρνησης, η έλλειψη συνοχής και η αδυναμία παραγωγής ενός σύγχρονου, ρεαλιστικού και κοινωνικά προσανατολισμένου λόγου κρατούν την παράταξη σε θέση αμυντική.
Τα μικρότερα κόμματα: ανάμεσα στη διαμαρτυρία και την ευκαιρία
Τα μικρότερα κόμματα, τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, επωφελούνται σε επίπεδο δημοσκοπήσεων από τη φθορά των δύο μεγάλων πόλων. Η Αριστερά, κατακερματισμένη σε διάφορους σχηματισμούς, δεν καταφέρνει να αρθρώσει ενιαίο λόγο πέρα από την καταγγελία. Η Κεντροαριστερά, σε κάποιες εκφάνσεις της, προσπαθεί να εμφανιστεί ως δύναμη ρεαλισμού, αλλά συχνά χάνει την ταυτότητά της ανάμεσα σε συμβιβασμούς και ασαφείς συμμαχίες.
Στην άλλη πλευρά, τα δεξιότερα και ακροδεξιά μορφώματα εκμεταλλεύονται την κοινωνική δυσαρέσκεια και τα ζητήματα ασφάλειας και μεταναστευτικού, δίνοντας έμφαση σε εθνικιστικά ή ξενοφοβικά αφηγήματα. Ωστόσο, η θεσμική τους αξιοπιστία είναι περιορισμένη και συχνά αρκούνται σε ρητορικές εξάρσεις παρά σε συγκροτημένο πρόγραμμα.
Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να κινείται σταθερά σε διψήφια ποσοστά, αλλά δεν καταφέρνει να εκφράσει τον ευρύτερο χώρο του κέντρου. Ο ρόλος του είναι συχνά ρυθμιστικός, αλλά χωρίς ικανή δυναμική διακυβέρνησης. Το ταλανίζουν πολιτικά τα:
- Εγκλωβισμός σε αμυντική στάση και έλλειψη ριζοσπαστικού αφηγήματος.
- Προσωπικές έριδες και έλλειψη χαρισματικής ηγεσίας.
- Αδυναμία να εκμεταλλευτεί τη φθορά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
Μετά τη μεγάλη πτώση του 2023, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να ανασυνταχθεί. Η νέα ηγεσία προβάλλει ένα μεικτό μοντέλο ριζοσπαστισμού και θεσμικής σοβαρότητας. Ωστόσο, το κόμμα δείχνει να έχει χάσει μεγάλο κομμάτι της λαϊκής βάσης που το στήριξε το 2015. Τον ταλανίζουν πολιτικά τα:
- Αδυναμία ανανέωσης προσώπων και λόγου.
- Εσωτερικές φράξιες που υπονομεύουν την ενότητα.
- Έλλειψη πειστικού προγράμματος για την οικονομία.
- Ελλιπής επικοινωνιακή στρατηγική απέναντι στην κυβερνητική προπαγάνδα.
Η Ελληνική Λύση
Η Ελληνική Λύση καταφέρνει να διατηρεί σταθερό πυρήνα ακροδεξιών και συντηρητικών ψηφοφόρων. Η ρητορική της βασίζεται σε εθνικά θέματα, μεταναστευτικό και σκληρή αντισυστημική στάση. Την ταλανίζουν πολιτικά τα:
- Ανάδειξη τοξικού λόγου που δυναμιτίζει τον πολιτικό διάλογο.
- Μη ρεαλιστικές θέσεις σε κεντρικά ζητήματα οικονομίας και Ευρώπης.
- Σχέσεις με παραεκκλησιαστικούς ή παρακρατικούς θύλακες, σύμφωνα με καταγγελίες.
Το ΚΚΕ
Το ΚΚΕ παραμένει σταθερό, με πειθαρχημένο εκλογικό σώμα. Διατηρεί κοινωνικά ερείσματα σε συνδικάτα, αλλά δεν μπορεί να διευρύνει την επιρροή του. Το ταλανίζουν πολιτικά τα:
- Αδυναμία προσαρμογής σε σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα (π.χ. περιβάλλον, ψηφιακή εποχή).
- Κλείσιμο στις παραδοσιακές γραμμές, περιορίζοντας τη δυνατότητα συμμαχιών.
Η Πλεύση Ελευθερίας
Η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται ξανά στο προσκήνιο με ρητορική αντισυστημική και καταγγελτική. Κερδίζει από τη γενική απαξίωση των θεσμών. Το ταλανίζουν πολιτικά τα:
- Απουσία σαφούς προγράμματος διακυβέρνησης.
- Ενίσχυση της αντιπολιτικής λογικής χωρίς πρόταση λύσης.
Που οφείλεται η απαξίωση; Ποια είναι η γενική άποψη των πολιτών;
Η ελληνική κοινωνία δείχνει να κινείται ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενα συναισθήματα: κόπωση και υπόγεια οργή. Οι περισσότεροι πολίτες έχουν αποδεχθεί, με μια δόση κυνισμού, ότι οι εναλλαγές κυβερνήσεων δεν μεταφράζονται σε ριζικές αλλαγές στο μοντέλο διοίκησης. Το αίσθημα ότι «όλοι ίδιοι είναι» παραμένει ισχυρό και τροφοδοτεί την αποχή ή τη χαλαρή ψήφο διαμαρτυρίας.
Ταυτόχρονα, υπάρχει μια σιωπηλή αλλά αυξανόμενη απαίτηση για βαθιές τομές: ενίσχυση της διαφάνειας, ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, θεσμική προστασία των ελευθεριών, κοινωνική δικαιοσύνη και ουσιαστική αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανισότητας. Οι πολίτες απορρίπτουν ολοένα και περισσότερο τον κλασικό λαϊκισμό, αλλά δεν βρίσκουν πειστικές εναλλακτικές.
Η ελληνική κοινωνία δείχνει να έχει κουραστεί από εναλλαγές προσώπων που αναπαράγουν τις ίδιες πρακτικές: ευνοιοκρατία, ρουσφέτι, αδιαφάνεια. Οι θεσμοί θεωρούνται από μεγάλο ποσοστό των πολιτών διεφθαρμένοι ή αναποτελεσματικοί. Η νεολαία, που στις αρχές του 2010 κινητοποιήθηκε μαζικά, σήμερα δείχνει μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, στρεφόμενη σε ατομικές λύσεις, φυγή στο εξωτερικό ή παθητική στάση.
Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και το αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον (από τη γεωπολιτική αστάθεια μέχρι τις φυσικές καταστροφές) εντείνουν τον κυνισμό. Σύμφωνα με έρευνες του Ινστιτούτου ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, πάνω από το 62% των νέων 18-34 δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται κανένα κόμμα, ενώ το 70% θεωρεί ότι οι κυβερνήσεις δεν θα λύσουν τα βασικά προβλήματα της χώρας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η νεότερη γενιά, η οποία ενώ παραδοσιακά απείχε από τις εκλογές, δείχνει τελευταία μεγαλύτερη πολιτική κινητικότητα – συχνά όμως εκφράζεται μέσα από άτυπες συλλογικότητες, κινηματικές δράσεις ή θεματικά κινήματα (οικολογία, δικαιώματα, ψηφιακή ελευθερία), παρά μέσω κομματικών μηχανισμών.
Τα κοινωνικά ρήγματα που επηρεάζουν το πολιτικό τοπίο
Η σημερινή πολιτική κατάσταση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να αναγνωρίσει κανείς τα βασικά κοινωνικά ρήγματα:
- Οικονομική ανισότητα: Παρά τους δείκτες ανάπτυξης, μεγάλο μέρος της κοινωνίας –ιδιαίτερα νέα ζευγάρια, χαμηλόμισθοι, ενοικιαστές– αισθάνεται αποκλεισμένο από την «ανάπτυξη». Η ακρίβεια στα βασικά αγαθά και η δυσκολία πρόσβασης σε αξιοπρεπή κατοικία δημιουργούν συνθήκες δυσαρέσκειας.
- Θεσμική κρίση εμπιστοσύνης: Σκάνδαλα, υποκλοπές, αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, καθυστερήσεις σε δίκες και υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος τροφοδοτούν τη γενικευμένη καχυποψία.
- Το μεταναστευτικό: Η Ελλάδα, σταυροδρόμι Ευρώπης-Ασίας, παραμένει χώρα πρώτης γραμμής για μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές. Οι τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα στα νησιά και τις παραμεθόριες περιοχές, σηκώνουν μεγάλο βάρος χωρίς επαρκή στήριξη από το κράτος ή την ΕΕ.
- Κλιματική κρίση και φυσικές καταστροφές: Πυρκαγιές, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα δοκιμάζουν τις αντοχές των πολιτών και εκθέτουν τις χρόνιες αδυναμίες της κρατικής μηχανής.
- Ψηφιακό χάσμα και τεχνολογία: Η ταχύτητα της τεχνολογικής μετάβασης αφήνει πίσω τμήματα του πληθυσμού που νιώθουν αποκλεισμένα, αλλά ταυτόχρονα διευρύνει και τα περιθώρια νέων μορφών οργάνωσης και κινητοποίησης.
Πιθανές αντιδράσεις της κυβέρνησης: σταθερότητα ή ριζικές κινήσεις;
Η κυβέρνηση δείχνει να ακολουθεί τη γνωστή στρατηγική: διαχείριση της επικοινωνίας, επίκληση της σταθερότητας, επίθεση στον «λαϊκισμό» της αντιπολίτευσης, και προσπάθεια απορρόφησης δυσαρέσκειας μέσω επιδομάτων και τοπικών έργων. Παράλληλα, προσπαθεί να θωρακίσει τη θέση της μέσω αναδιανομής εξουσιών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ωστόσο, το έλλειμμα θετικής ατζέντας και η έλλειψη σοβαρής κοινωνικής συναίνεσης καθιστούν αβέβαιη την αντοχή της σε μελλοντικά σοκ. Αν προκύψει κοινωνική αναταραχή -για παράδειγμα με αφορμή ένα μεγάλο σκάνδαλο ή μια νέα δημοσιονομική κρίση- δεν αποκλείεται ανατροπή συσχετισμών.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η απώλεια εμπιστοσύνης είναι δύσκολα αναστρέψιμη με καθαρά επικοινωνιακά μέσα. Μπροστά στις πιέσεις, φέρεται αύμφωνα με πληροφορίες να εξετάζει δύο βασικές στρατηγικές:
- Σενάριο 1: Συνέχιση της διαχείρισης
Η πιο πιθανή βραχυπρόθεσμα επιλογή είναι η συνέχιση της παρούσας διαχειριστικής λογικής: μικρές παρεμβάσεις, επικοινωνιακή διαχείριση κρίσεων, στοχευμένα επιδόματα για να απορροφάται κοινωνική δυσαρέσκεια και έμφαση σε έργα υποδομής που δημιουργούν αίσθηση ανάπτυξης. Σε αυτή τη στρατηγική, το κράτος παραμένει αντιδραστικό στις κρίσεις, χωρίς να αγγίζει τα βαθύτερα θεσμικά προβλήματα.
- Σενάριο 2: Προσπάθεια θεσμικής αναβάθμισης
Ένα πιο φιλόδοξο σενάριο θα ήταν η κυβέρνηση να επιχειρήσει κινήσεις θεσμικής τομής: αναθεώρηση κανόνων για χρηματοδότηση κομμάτων, ενίσχυση ανεξάρτητων αρχών, γενναίες παρεμβάσεις στο Δημόσιο για πάταξη της διαφθοράς και πάταξη των πελατειακών δικτύων. Ωστόσο, ένα τέτοιο άλμα προϋποθέτει σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα εντός του ίδιου του κομματικού μηχανισμού, κάτι που απαιτεί πολιτικό κεφάλαιο που φαίνεται να εξαντλείται.
Πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η κατάσταση;
Αν δεν υπάρξει αξιόπιστη απάντηση στα αιτήματα της κοινωνίας, η πιθανότερη εξέλιξη είναι η περαιτέρω άνοδος της αποχής και η ενίσχυση μικρότερων κομμάτων που εκφράζουν διαμαρτυρία. Ο κίνδυνος είναι η ενίσχυση λαϊκίστικων ή ακραίων ρευμάτων που, αν και σήμερα είναι περιθωριακά, μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν τη διάχυτη αγανάκτηση.
Ταυτόχρονα, το πολιτικό σύστημα δείχνει ότι δεν έχει πείσει πως διαθέτει το σθένος να αυτομεταρρυθμιστεί. Αν αυτό συνεχιστεί, το φαινόμενο των «αυθόρμητων κινημάτων» (π.χ. μαζικές πορείες για το περιβάλλον, την αστυνομική βία, την ακρίβεια) θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, θέτοντας σε δοκιμασία τη σχέση κράτους-πολίτη.
Η διεθνής διάσταση
Η γεωπολιτική συγκυρία καθιστά την Ελλάδα ταυτόχρονα σημαντικό παίκτη και ευάλωτο κρίκο. Η κατάσταση στα Βαλκάνια, η αστάθεια στην Τουρκία, η ενεργειακή εξάρτηση από την ΕΕ, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και η πίεση για εφαρμογή πράσινων πολιτικών χωρίς κοινωνικές ανισότητες συνθέτουν ένα πλαίσιο στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να κινηθεί προσεκτικά. Λάθη στη διεθνή σκηνή μπορούν να έχουν εσωτερικές πολιτικές συνέπειες.
Στο διαταύτα: πολιτική αβεβαιότητα και κοινωνική ζύμωση
Η Ελλάδα το 2025 είναι μια χώρα που αναζητά επειγόντως μια νέα αφήγηση. Στέκεται σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη θεσμική κανονικότητα και την υπόγεια κοινωνική αναταραχή. Τα κόμματα φέρουν βαρύ φορτίο ευθυνών: από τον σφιχτό εναγκαλισμό με οικονομικά συμφέροντα, μέχρι την αδυναμία να παραγάγουν νέο πολιτικό προσωπικό και σχέδιο χώρας. Οι πολίτες νιώθουν ότι δεν έχουν πραγματικές επιλογές, γεγονός που τροφοδοτεί τον κυνισμό και την αποχή.
Τα κόμματα, όλα ανεξαιρέτως, φέρουν ευθύνες γιατί απέτυχαν να δημιουργήσουν εκείνο το πλαίσιο εμπιστοσύνης που θα έδινε χώρο σε πραγματικές τομές. Η κοινωνία, παρότι κουρασμένη και συχνά απογοητευμένη, δεν είναι αδιάφορη – είναι σε αναμονή.
Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή: είτε θα επιλέξει να επενδύσει σε γενναίες τομές, ανοίγοντας μέτωπα με κατεστημένα συμφέροντα και αναδεικνύοντας νέες γενιές πολιτικών, είτε θα εξαντληθεί στη διαχείριση της φθοράς, αφήνοντας έδαφος σε ακραίες εκδοχές διαμαρτυρίας.
Η έκβαση θα εξαρτηθεί από το πόσο θα επιμείνει η κοινωνία να διεκδικεί, να ελέγχει και να απαιτεί. Γιατί, στο τέλος, η δημοκρατία δεν σώζεται από τις κυβερνήσεις ή τα κόμματα, αλλά από την ενεργό συμμετοχή των ίδιων των πολιτών.
Το μέλλον θα κριθεί από τρεις βασικούς παράγοντες:
- την εξέλιξη της οικονομίας (πληθωρισμός, μισθοί, ανεργία)
- την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να ανανεωθεί εκ των έσω ή να «σπάσει» από νέα ρεύματα
- την πίεση της διεθνούς συγκυρίας (γεωπολιτική, μετανάστευση, κλιματική κρίση).
Μέχρι τότε, η Ελλάδα θα συνεχίσει να ισορροπεί πάνω σε μία λεπτή γραμμή ανάμεσα σε «κανονικότητα» και «αδιέξοδο», με τους πολίτες θεατές ενός έργου που, όπως δείχνουν τα ποσοστά, όλο και λιγότεροι επιλέγουν να παρακολουθούν.
Επιμύθιο
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αντέξει με βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης και έλεγχο της πληροφόρησης. Οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις είτε θα ανανεωθούν ουσιαστικά είτε θα δουν νέους παίκτες να καλύπτουν το κενό τους. Η κοινωνία, κουρασμένη και σκεπτικιστική, ίσως παραμείνει σιωπηλή — ή ίσως, απρόσμενα, να ξαναμιλήσει δυνατά στους δρόμους και στις κάλπες.
Νίκος Παρίκος

